ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΠΟΙΗΜΑΤΑ 67-77

ΜΗΝΥΜΑΤΑ  

Η σελδα ενημερθηκε πρσφατα ( 10-1-2012 ) 

χουν προστεθε  μερικ επιπλον ποιματα.

Μερικ ποιματα απ την συλλογ "ΠΟΙΗΜΑΤΑ 67 - 77"

Τα ποιματα αυτς της συλλογς γρφτηκαν απ το 1969 μχρι το 1977, δηλαδ τα χρνια της εφηβας και των θυελωδν ερτων.  Η σειρ που δημοσιεονται εναι χρονολογικ. Αρκετ απ τα ποιματα αυτς της συλλογς χουν δημοσιευτε σε εφημερδες και περιοδικ εκενης της εποχς (ΒΡΑΔΥΝΗ, ΕΠΙΚΑΙΡΑ, κλπ)

Τα αφιερνω στους φλους εκενων των χρνων και στα κορτσια που αγαπσαμε, με μια γλυκει νοσταλγα. 

ΠΟΛΕΜΟΣ

Χθες εδ,

σφυζε απ πολβουα πλθη

δημιουργημτων.

Σμερα,

ανασκαμμνο απ τις οβδες χμα

χσκει και προσμνει.

Χθες, υπρχε μια προεξοχ

στο βρχο της προσδιορισμνης παρξης

Σμερα,

το λεο βραχοπλτωμα,

καρτερε το σμιλευτ του.

1967

ΝΟΕΜΒΡΗΣ '67

Μια φοχτα ξερ λουλοδια

στο λικο ανθογυλι,

λασπερ χμα

βρμισε το σκαλοπτι.

Σα μιλον τ αστραπβροντα,

μη σκφτεσαι,

που να κυλει τρα

η ξεφτισμνη ιδα.


ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ

Πθανες σαν το φως τ' αποσπερτη,

φιλοσε τη χαμνη μας πατρδα,

κι βλεπαν μακρι τα δυο σου μτια,

βλεπαν μακρι κι ας τανε σβησμνα.

                      *

Πταξες μες το χος, μες τα σκτη,

να βρεις τη νεραδνια μας πατρδα,

και μεις μεναμε μνοι, μες τα ξνα,

χαμνοι αποδιωγμνοι να σε κλαμε.

                             *

Σε κατευδωσαν οι φλοι με λουλοδια,

το μακριν ταξδι στη πατρδα

πολ κρατει, αλμονο για πντα.

                                 *

Το παγωμνο χρι σου φιλντας,

υπσχεση πικρ σου δνουμε λοι,

κοντ σου κποτε θα ρθομε στην πατρδα.

1967


ΣΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ

Ποθοσες να βρεθες κποια στιγμ, στο μακριν χωρι σου,

μα δεν εχες τη δναμη λγω των γηρατειν σου.

Και να που τ αδνατο κορμ, κετεται μες το χμα,

λετερος πια ταξδεψε στο πατρικ σου δμα.

1967

ΒΙΒΙΑΝ

Βαθυκστανα μτια γεμτα ομορφι

Ισως κποια θε να στα χει χαρσει, και

Βαφ απ δελι σου χρισε ο Μης σαν

Ιππτης σωστς στα μαλλι σου να βλεις, ως

Ακμα κι η μοσα σ ευχθηκε νχεις,

Νερδα μικρ το τραγοδι στο στμα.

1969

ΦΘΟΡΑ

Επαν

γεννηθκαμε.

Ε και μετ;

να λουλοδι,

νοιξη

Καλοκαρι

Φθινπωρο

Χειμνας.

Μα που εναι;

1970


ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Πονμε.

Μας ρωτον,

απντηση,

πονμε.

Ο δσκαλος,

ο πνος

του πνου,

κλσις δευτρα.

Ο ποιητς,

δξα στον πνο.

Πνος στο στθος;

ρωτας.

Διγνωση;

φυματωση!!!

Πονμε.

1970

ΔΙΕΞΟΔΟ

Πρασαν

σιγοπατντας.

λοι τους κουσαν.

Τα μτια τους

στθηκαν

στο δχτυ

μιας αρχνης.

Μπλξανε.

Τους δεξαμε

το δρμο,

χι προς την πρτα,

χι προς το θνατο.

Μνο τους δεξαμε

τον δρμο.

1970

Η ΑΛΗΘΕΙΑ

Η αλθεια,

ηλικιωμνη κυρα,

παζει παντομμα.

Μσκες,

μια, δο, τρεις ...

Πσες;

Ας προσπαθσουμε πλι.

Μα, δο, τρεις ...

Θε μου, δεν χει πρσωπο.

Λοιπν ...

Γργορα τις μσκες.

Μα, δο, τρεις ...

Ωραα,

δσε στη κυρα

το ομπρελνο της,

ξω βρχει

Ωραα,

και τρα γρψε στους φλους.

Πυροβολισμς!

Αυτοκτονα;

χι.

1970

ΣΥΝΤΑΓΗ

Χιλιδες μθοι,

να σμπαν χωρς κρη,

νθρωποι.

Η συνταγ εναι αλνθαστη,

αιτα-αποτλεσμα.

Τι;

Δεν πιστεεις;

Θνατος!

Πλι τα δια.

Εφαρμογ του νμου.

ντως

απεδεχθη

αλνθαστος.

Μα που εστε;

στω,

ο νμος

εναι αλνθαστος,

ακμη

και χωρς εσς.

1970

ΑΝΝΑ

Σαν νοιξες τα μτια σου στον λιο,

θαλασσοπολια πταξαν χαρομενα γρω,

θαρρντας πως ανακλυψαν

τ ομορφτερο κομμτι θλασσας.

να μικρ δκρυ στον κρφο του πεκου,

μου μλησε για εσνα.

ταν επε να μικρ κορτσι,

π' αγαποσε τη θλασσα,

που μιλοσε με τα πουλι,

που την αγαποσαν τα καλοκαρια.

Τρα πια το σμα σου εναι ποτισμνο,

με τους λιους δεκαεφτ καλοκαιριν,

κι' εναι στα πδια σου ριγμνες,

δεκαεφτ αγοριν καρδις.

μως θαλασσοπολια ξεκινον το δειλιν,

απ' τα γαλζια μτια σου,

κι ρχονται με λαχτρα απ μακρι,

να φτερουγσουν λγο σ' γριο πλαγο,

μες τη καρδι μου.


ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

Δυο μτια πιο μεγλα απ τη θλασσα.

Εσ.

Ουρανς, Καλοκαρι,

και η καρδι σου με μσχο

την αγπη μου.

Ργισε η μσκα τ' Αυγοστου,

γεννηθκαμε.

Η νχτα στθηκε καλ μητρα.

Πλησασες,

εγ κι εσ,

ο ουρανς σκυψε,

με φλησες,

να αστρι κρυφοκοταζε.

Πμε μσα επες.

Το πρω,

τα χελη μου εχαν τη γεση,

μιας νχτας καλοκαιριο

μαζ σου.

Χαμογλασες,

κατλαβα,

αιθρα πριν απ την καταιγδα.

Το μεσημρι φυγες.

Η θλασσα μκραινε,

λο μκραινε,

σπου γινε

δυο μτια που χθηκαν.

Τα λλα στη θση τους,

το καλοκαρι,

το μπαλκνι,

ο ουρανς.



ΚΑΘΩΣ ΕΦΕΥΓΕΣ

Επες,

η νχτα εναι πολ μικρ

για να χωρσει

την αγπη μας.

Ττε γινες

να μικρ σννεφο.

Ο λιος σε φλησε στα χελη,

καθς μκραινες

πνω απ' τη θλασσα.

Δυο γλροι,

πταξαν κατ το νοτι,

να βρουν να κμα

στο χρμα των ματιν σου,

να το κρεμσω στο στθος,

μην τχει και ξεχσω,

πσο σ' αγπησα.


ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΟΙ

Μας δθηκε η τελευταα εντολ

"ου ζσης".

Τρα πια

δυο μρες πο μειναν

τι να πρωταγκαλισω

Η φυλακ εναι πολ μικρ

για να χωρσει την καρδι μου,

που ρχισε να αγκαλιζει

τον κσμο.


ΒΙΒΙΑΝΑ

Την παγωμνη καρδι σου,

γμισε με φκια ο νεμος.

Καρβια περνντας,

της χρισαν μια ανασαιμι καπν.

Κορλλια τρα

δακρζουν στο βυθ.

Μη σκφτεσαι τα καλοκαρια

που πρασαν,

απψε ο γιαλς θα πιει,

την τελευταα φεγγαραχτδα.


ΠΡΟΜΑΝΤΕΜΑ

Βαρι πλακσαν την ψυχ μου απψε,

τα οροπδια της ανακατωμνης θλησης μου.

Τρα περιστρια μοδειξαν το δρμο

για την Ιερουσαλμ.

Πνω στα σννεφα,

δυο καρδις,

δυο μτια,

δυο χρια,

φιλιονται με ηδον.

ταν ακουστ απ μακρι

το ορλιασμα του λκου,

λα πια θα χουν τελεισει.


ΤΕΛΟΣ

Το τελευταο εδωλο

στον καθρφτη,

μλησε με την καρδι

ενς σκουρου,

η επομνη εικνα

ταν το κεν,

να αδιαπραστο κεν.


ΣΕ ΡΥΘΜΟ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

Εμαστε

μια χοφτα

χορδς παλιο βιολιο.

Θλουμε να πετξουμε

πνω απ κθε πρωιν,

πνω απ κθε θλασσα.

Ομως

εμαστε μνο

μια χοφτα χορδς

παλιο βιολιο.

Κποτε,

απελπισμνοι απ τη μταιη

αναζτηση,

θα τεντωθομε

ως το σχατο ριο

αντοχς μας,

και θα κνουμε

το τελευταο πδημα

προς την ανυπαρξα,

αφνοντας να στριγκ χο,

σαν νδειξη

της απουσας μας.


ΤΑ ΠΡΩΝΑ

Τα πρωιν,

μιλοσε μια αγπη

με τον ουραν.

Δεν εχε βγει καλ καλ

ακμη ο λιος,

και τα σννεφα

πραν τον δρμο της θλασσας,

κι φησαν μονχο

να νειρο,

να ματωθε

απ το φως του ξημερματος.


ΑΝΝΑ

Ανοιξη εχες στη καρδι μικρ μου κοπελι,

Νατης εγ κι αρμνιζα στα γαλαν σου μτια,

Να φτσω με ολνοιχτα τα σπρα μου πανι,

Απ τη σκληρ τη μοναξι μσα στην αγκαλι σου.



ΣΧΕΔΙΟ

Λγη ρα πριν,

σχεδασες να μικρ κκλο

στο χρι σου,

και επες,

τοτος εδ εναι ο κσμος μου.

Δεν μπρεσα να καταλβω

τι εννοοσες,

μα καθς σ βλεπα

τσι ευτυχισμνη,

χρηκα

που βρκες επιτλους

μια γωνι,

να χτσεις τον κσμο

που ονειρετηκες.


ΓΙΑΤΙ

Μια αγωνα,

δυο πουλι,

μια αγπη.

Αριο,

πντα αριο,

το σμερα πεθανει αινια.

Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

Εναι η αγπη μου,

να ανθισμνο κλωνρι κερασις,

απλωμνο σα χρι ικεσας

στο γαλζιο ουραν,

που τσο μοιζει με τα μτια σου.

Εναι' η αγπη μου,

να πληγωμνο πουλ,

που το βρκε μονχο ο χειμνας,

μακρι απ τις ζεστς χρες του ντου.

Η Παγωνι της καρδις σου

πληγνει την αγπη μου.

Η θλψη σου

μαρανει τους ανθος της.

Χαμογλασε ουραν μου,

να πρει η νοιξη

το αληθιν της πρσωπο.

Δες, κνω σημαα την καρδι μου,

να φρουμε πσω τα χαμνα χρνια,

να φρουμε πσω τις χαμνες Ανοιξες.


ΕΛΕΝΗ

Αστρι του γαλαξα,

πρσινο χαμγελο της νοιξης,

Ελνη του ονερου και της ελπδας,

σε λατρεω.

                          *

Ελνη των δακρυσμνων ματιν,

νεριδα του προδομνου ρωτα,

κορτσι της ρημης ακρογιαλις,

σε ονειρεομαι.

                      *

ραμα της ατελεωτης νχτας μου,

Ελνη της πκρας κι Ελνη του καημο,

αγρα της σκληρς μου νηνεμας,

σε περιμνω.


ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

Ο κσμος χνεται σε δυο μτια,

ο κσμος ξαναγεννιται μ' να χαμγελο.

Παραισθσεις.

Ο κσμος εναι να νειρο επες,

μα δεν εναι.

Δεν χνεται,

οτε ξαναγεννιται.

Ο κσμος δεν παθανει στα μτια σου.

Ο κσμος δεν γεννιται στο χαμγελο σου.

Εγ αγπη μου,

εγ,

γεννιμαι και πεθανω στα μτια σου.


ΠΙΚΡΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ

Πικρ το χαμογλιο σου,

και τ' νειρο ρημδι,

εναι ο καημς σου θλασσα,

τα μτια σου σκοτδι.

                  *

Βουν απτητο η ζω,

και νχτωσε πριν φξει,

με προδομνα νειρα,

πως η καρδι να αντξει;

                   *

Πρε το δρμο το στρατ,

που βγζει στην ανατολ,

κι αν μας σκοτσαν τη χαρ,

για μας ο λιος καρτερ.


ΜΟΙΡΟΛΟ

Γη μνα μου μοιρολογστρα,

δξου το παλικρι σου.

Ανθς λουλοδι τ' Απριλιο,

και τκοψε τ' αγρι.

Στερν φιλ στο μγουλο,

του λιου λευκ σημαα.

Στερν κραυγ του πνου του,

των αστεριν οι αχτδες.

Οι φλοι του τραγοδησαν,

τα καλοτξιδα του.

Της μνας του η στερν ματι,

φαρμκωσε τα σννεφα.


ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΦΥΓΕΙΣ

Αγπη μου,

μη με ξεχσεις που κι αν πς.

Αγπη μου,

λα μας προδδουν,

ως ακμα και τ' αντικεμενα,

μας εγκατλειψαν,

Ο θες εναι πολ ψηλ,

και η γη τσο αδιφορη,

για να καταλβει τον πνο μας.

Αγπη μου λα μας πληγνουν,

τι θα κανα εγ χωρς εσνα,

να μικρ απροσττευτο παιδ,

χωρς το κουργιο

του χαμογλιου σου,

χωρς την απαντοχ

του χαδιο σου.

Αγπη μου,

μη με ξεχσεις,

που κι αν πας.


ΕΝΑ ΒΑΘΥ ΠΟΤΑΜΙ

ταν η αγπη μου

να βαθ ποτμι,

που κυλοσε συχα τα νερ του,

ανμεσα στις φυλλωσις των ματιν σου.

Αγπη μου,

θα πρπει να ξερες,

πως τα βαθι ποτμια,

δεν κνουν θρυβο

στο πρασμ τους.

μως αγπη μου,

θλησες να φρξεις

το ποτμι της καρδις μου,

με τα μικρ σου χρια.

Μα στθηκε αδνατο,

γιατ ο σπερος

εχε αρχσει πια ν' ανατλλει,

στον ουραν της αγπης μας.

Γιατ το φως γλστρησε

πσω απ' τις πλτες μας,

και νχτωσε

στην ρεμη κοιλδα

της καρδις μου.

ταν πολ βαθ

το ποτμι της αγπης μου,

για να το κρατσεις

στα δυο σου χρια.


ΛΥΓΜΟΙ

Ω δκρυ,

μη δεξεις στους τσσερις ανμους,

την αγπη μου.

*

Τρα που φυγες για πντα,

κατανησα τον πλρη ορισμ,

της απελπισας

*

Δσμου δυο δκρυα

να ποτσω τα περιστρια,

που κουρστηκαν να περιμνουν

το τλος του κατακλυσμο.

*

Ξοδεω τη ζω μου,

διατηρντας τη φλγα του πνου,

μνο μια υποψα χαμγελου,

τις ρες που σε σκπτομαι.


ΜΝΗΜΗ

Δσμου το τουφκι,

κενο το πουλ

που κελαδε,

μου θμισε

τη χαμνη λευτερι.

ΣΥΓΝΩΜΗ

Μη δνεις τη συγγνμη σου,

δσμου καλτερα

να ποτρι νερ.

Τα χελη μου εναι στεγν,

απ' την ξηρασα

των αισθημτων σου


ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ

σες φορς

θελσαμε να σπσουμε τη συνθεια,

αινιοι Δον Κιχτες,

ταξιδεοντας για τον τπο

που θα χωρ τα νειρ μας,

το εισιτριο γραφε,

μετ' επιστρoφς.


ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ

Προς ζων

αννυμον εταιραν

γενικο εμπορου συνειδσεων,

ανεγρσεως επ αντιπαροχν αισθημτων,

και κατεδαφσεως ιδανικν.


Παρακαλ ευσεβστως πως,

χωρς απατησιν αποζημισεως

δι την εικοσαετ ευδκιμον υπηρεσα μου,

δεχτετε την παρατησι μου.


Η ΑΔΕΙΑ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

Στο τραπζι,

η θση του πατρα ταν δεια.

Αλθεια, χεις δει τραπζι

να λεπει ο πατρας;

Οι ρυτδες στο πρσωπο της μητρας

ταν βαθις χαρακις πνου,

σκοτεινιασμνες

απ ττε που δειασε η θση στο τραπζι μας.

Η γιαγι τρωγε αμλητη,

παψε πια να μετρ

αυτος που λεπουν,

χουν θολσει και τα μτια της.

Κανες δεν την καταλαβανει

τις ρες που κλαει,

μως λοι το ξρουμε πως κλαει.

Πτε πτε τα βζει με το Θε.

Ξεκοτιανε κι' αυτς, λει,

γρασε και δεν ξρει πια τι κνει.

Κι' λο κοιτζει την δεια θση του πατρα

και το πρσωπ της στζει πκρα.

λα τ' αντξαμε, λει,

και διωγμος και πενα

και καταστροφς.

Κι ο θνατος,

ποτε ερχταν,

τανε δκαιος,

ξερε ο καθνας τη σειρ του.

πως ττε που φυγε ο παππος.

Μας εχε παραγγελει να μη κλψουμε,

μως πως να κρατσεις τα δκρυα,

που τον βλεπες να φεγει

πνω στους μους των εγγονν του,

γαλνιος που τλεψε το χρος του.

Ττε τα δκρυα ταν ζεστ, καθρια,

και γργορα στγνωσαν.

λα τα αντξαμε,

μ' αυτ το στερν φαρμκι

δεν πρεπε να μας το δσεις.

Με τη μητρα κοιτζονται στα μτια

τοιμες να δακρσουν,

μα ξανασκβουν το κεφλι στο πιτο τους.

Δεν πρπει να καταλβουν τα παιδι,

πως το φα εναι πικρ,

ταν εναι δεια η θση του πατρα

στο τραπζι.

Πολλς φορς,

κποιος γυρζει απ συνθεια το κεφλι

προς το μρος που καθταν ο πατρας,

τοιμος να μιλσει,

μα σκβει γργορα στο πιτο του,

και δαγκνει αμχανα μια μπουκι ψωμ

πικρ φαρμκι.


ΤΑΞΙΔΙ

Τα καρβια μας πατρα

ξεκνησαν πριν την αυγ,

γεμτα νειρα κι' ελπδες.

Τα βλμματα μας στις πυξδες

μη χσουμε το δρμο.

σουν καλς καπετνιος,

κι' ντεξε το καρβι σου

στις χαλασις.

μως πατρα,

στο τλος του ταξιδιο

στεκε ο θνατος,

σ' αγκλιασε σαν παλιφιλος,

σε φλησε,

κι' εσ του χαμογλασες,

κι' επες πως τον περμενες.

Γιατ ξερες πατρα,

πως η πυξδα της ζως

χει για βρειο πλο

το θνατο.


ΤΣΙΓΓΑΝΟΣ

Πριν σε γνωρσω μουν τσιγγνος,

με την καρδι μου σαν δισκι κρεμασμνη,

στους πντε ανμους απλωμνη.


Την φσαγε απ δω ο νοτις,

και τη χτυποσε σπλαχνα ο σιρκος,

αγπες που τις στοχειωσε ρκος.


Κι επα κοντ σου ν αποστσω,

και νμισα πως θα βρισκα γαλνη,

μ αρνθηκες πως κι εκενη.


Εμπρς φτωχ καρδι ξεκνα τρα,

μας περιμνουνε ατελεωτοι οι δρμοι,

πκρες πολλς θα πιομε ακμη.


ΕΡΩΤΑΣ

Σκαλ σκαλ τη θλασσα

κμα το κμα αρμρα

ξεπρτισα σαν νεμος

και το φιλ σου πρα.


ρα την ρα η νυχτι

βρχο το βρχο ο πνος

βασλεψαν τα μτια σου

κι' χω απομενει μνος.


ΧΕΛΙΔΟΝΑΚΙ ΜΟΥ


φυγες χελιδνι μου και πας με το νοτι,

κανε κρο παγωνι κι σουνα τσο μνο,

δεν σοδωσα να ζεσταθες αγπη και φωτι,

κι ταν μικρ η καρδολα σου ν αντξει τσο πνο.


Πταξε φγε αγπη μου

πνω απ γρια θλασσα,

θναι πικρ το δκρυ μου,

που μιαν αγπη χλασα.


μουν για σε κακς βορις σ κανα να δακρσεις,

μως για σνα καρτερε απνεμο λιμνι,

πταξε φγε μακρι και μην ξαν γυρσεις,

κποιος χαρ το δκρυ σου προσμνει να το κνει.


ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ


Πολ πικρς ο θνατος,

και πιο πικρς ακμα,

ταν και νιτα κι' ομορφι,

τα τρει το μαρο χμα.


ΑΥΤΟΣ Ο ΝΕΚΡΟΣ

Αυτς εκε ο νεκρς,

με μια μικρ χοφτα λιγερμα

στα μτια,

εμαι εγ.

Αρνθηκα να δεξω

τα τσσερα σημεα

του ορζοντα

στον πλεμο,

κι απμεινα τσι

ματωμνος λιος,

χωρς να φιλ

αγαπημνο

να μ' αναστσει.


ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΗΣ

Λες πως σε πλγωσε η αγπη.

μως αστρι μου,

η αγπη η αληθιν

φρνει μνο χαρ.

Κι' ταν ακμα λα τ λλα

μας πληγνουν,

η αγπη μας δνει κουργιο

κι απαντοχ.

Αν αγαπς,

κανες μα κανες,

πστεψ με,

δεν μπορε να σε πικρνει.

Λθος αν πιστεεις,

πως αγαπς για να σ' αγαπον.

Κι αν κποτε κτι σε πλγωσε

πστεψ με,

δεν ταν η αγπη.


ΠΕΡΙΣΥΛΛΟΓΗ

Τοτο το πρωιν,

σε με να χαδψω

τα μαλλι σου,

σαν στατη ελπδα,

πως τοτο θα με κνει να σταθ,

να θεωρσω με ρεμο μτι,

τι χασα,

τι κρδισα,

παζοντας τσα χρνια

την καρδι μου,

στον ρωτα.

 

 

ΟΙ ΣΕΛΙΔΕΣ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΕΧΩΣ ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΝ!!    construction.gif (1057 bytes)